Η Τουρκία σήμερα μέσα από τουρκικά και διεθνή ΜΜΕ

Τουρκικές σπουδές στην Ελλάδα

Τουρκικές σπουδές στην Ελλάδα

του Turkey Today.gr: μια μελέτη βήμα-βήμα της καταγωγής και της εξέλιξης ενός οριενταλιστικού αντικειμένου

Εάν ανατρέξει κανείς στην υφιστάμενη βιβλιογραφία, θα ανακαλύψει γρήγορα το πρόβλημα της καθιέρωσης των τουρκικών σπουδών στην Ελλάδα.  Σύμφωνα με έναν από τους πιο γνωστούς οριενταλιστές κατά το μεσοπόλεμο, ο οριενταλισμός παρουσιάζει ελάχιστο ακαδημαϊκό ενδιαφέρον  στην Ελλάδα. Στο σχετικό άρθρο του που δημοσιεύτηκε τον Οκτώβρη του 1941, ο E. Rossi επικαλείται την άποψη που είχε διατυπώσει οκτώ χρόνια νωρίτερα ο διευθυντής του Εκκλησιαστικού Φάρου, εφημ. της Αλεξάνδρειας, Ε. Μιχαηλίδης, σε πολυσέλιδο «Υπόμνημα προς τας συγκλήτους Αθηνών και Θεσσαλονίκης περί ιδρύσεως εν αυταίς έδρας αραβικής γλώσσης και φιλολογίας». Ο Μιχαηλίδης είχε επισημάνει ότι η απουσία συστηματικής έρευνας και σοβαρής μελέτης του αραβικού πολιτισμού στερεί την νεοελληνική κοινωνία από μια δικής της οπτικής προσέγγιση, γνώση και ερμηνεία του αναδυόμενου αραβικού κόσμου. Έτσι, ως το Β΄ παγκόσμιο πόλεμο σε ελληνικό πανεπιστήμιο διδασκόταν μόνο τα εβραϊκά, ενώ η πρόβλεψη για τη διδασκαλία των τουρκικών στο νεοσύστατο Α.Π.Θ. δεν είχε υλοποιηθεί. Αυτό σημειώνει κι ο Ι. Γ. Γιαννόπουλος, τριάντα χρόνια αργότερα, στα 1971, για τον οποίο η "αναζήτησις τών αιτίων τής τοιαύτης αμελείας μας, πιστεύομεν, θά επιτρέψη νά κατανοηθή έτι πλέον ή ανάγκη καλλιέργειας τών σπουδών τούτων".

Συνεχίζοντας στο άρθρο του, ο Γιανόπουλος υπενθυμίζει, πρώτον, ότι "τό 1838 εισηγήσει Κ. Ζωγράφου ή κυβέρνησις είχε προγραμματίσει τήν Ίδρυσιν Σχολής Ασιατικών Γλωσσών. Ένεκα όμως τών περιωρισμένων τότε οικονομικών τού κράτους τούτο δέν κατέστη δυνατόν". Δεύτερον, θυμίζει κι αυτός την επισήμανση Μιχαηλίδη περί της εξάρτησης των ελλήνων ακαδημαϊκών σε ό,τι αφορά την "ιστορίαν τής Αραβικής γλώσσης και φιλολογίας" απ' ό,τι είναι "γεγραμμένον εις ξένα περί τούτων βιβλία ή εγκυκλοπαιδικά λεξικά». Παίρνει όμως θέση κατά της ίδρυσης εδρών "Τουρκολογίας και Αραβολογίας εις τάς Φιλοσοφικάς Σχολάς τών Πανεπιστημίων μας". Συντάσσεται με την άποψη του Π. Χιδίρογλου ο οποίος είχε προτείνει τρία χρόνια νωρίτερα την ίδρυση "ενός Ινστιτούτου Ανατολικών Σπουδών είς έν έκ των Πανεπιστημίων τής χώρας". Ο Γιαννόπουλος ενισχύει την άποψη Χιδίρογλου προτείνοντας ένα ίδρυμα με τρεις κατευθύνσεις :
Α'. Δ υ τ ι κ ή ς Ε υ ρ ώ π η ς κ α ι Α μ ε ρ ι κ ή ς (Έδραι Αγγλικής, Αμερικανικής, Γαλλικής, Γερμανικής, Ισπανικής, Ιταλικής).
Β'. Α ν α τ ο λ ι κ ή ς Ε υ ρ ώ π η ς (Έδραι Αλβανικής, Σερβικής καί Κροατικής, Βουλγαρικής, Ρουμανικής, Ρωσικής).
Γ'. Μ έ σ η ς Α ν α τ ο λ ή ς (Εδραι Τουρκικής, Αραβικής, Περσικής - αρχαίας καί νέας).

Δεν ήταν προφανώς στους στόχους του άρθρου η διερεύνηση του πώς και κατα πόσο εισχώρησε στο ελληνικό ακαδημαϊκό περιβάλλον η λογική των Area Studies μέχρι που να "θριαμβεύσει" με την ίδρυση τμημάτων βαλκανικών, μαυροθαλασσίτικων, μεσογειακών ή τουρκικών σπουδών στα τέλη του 20ου αιώνα σε διάφορα ΑΕΙ της χώρας.

Επιστρέφοντας στο ζήτημα των τουρκικών σπουδών, βλέπουμε τη δυσκολία των προαναφερθέντων ερευνητών να διακρίνουν μεταξύ τουρκικών ή turkic με αναφορά στην οικογένεια γλωσσών και την ιστορία των λαών που κατοίκησαν στον ευρύ γεωγραφικό χώρο μεταξύ Κίνας, Ρωσίας και Μεσογείου, από τη μια, και τουρκικών ή turkish που έχουν να κάνουν με το πιο δυτικό τμήμα της οικογένειας αυτής μετά από την εγκατάσταση τουρκόφωνων στη Μικρά Ασία. Την ίδια δυσκολία που δεν προδίδει παρά τον εθνοκεντρισμό του ελληνικού ακαδημαϊκού προσωπικού βλέπουμε στην εισαγωγή ενός άρθρου του 1988 με τίτλο "η ανάπτυξη των τουρκολογικών σπουδών στην Ελλάδα":

Τουρκολογία είναι η επιστήμη, αντικείμενο της οποίας αποτελούν η ιστορία, η φιλολογία, ο πολιτισμός και γενικά ο βίος των τουρκικών λαών από την εμφάνισή τους στο προσκήνιο της ιστορίας μέχρι σήμερα, συμπεριλαμβανομένης, φυσικά, της ιστορίας της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, της δημιουργίας του τουρκικού έθνους και της ανακήρυξης της τουρκικής δημοκρατίας. Ο Ι. Θεοχαρίδης συνεχίζει το άρθρο του με έμφαση στην Ελλάδα επισημαίνοντας πως η χρήση του όρου "τουρκολογία" συνδέεται με την περίοδο της "τουρκοκρατίας" κι "έτσι η τουρκολογία περιορίζεται στα στενά πλαίσια της έννοιας του όρου, χρονικά δηλαδή καλύπτει το διάστημα της κυριαρχίας των Οθωμανών επί των Ελλήνων. Στην περίπτωση όμως αυτή ειδικοί άλλων χωρών κάνουν χρήση της λέξης «οθωμανολογία», που, κατά τη γνώμη μας, η υιοθέτησή της θα μας βοηθούσε στο να ακριβολογήσουμε".

Ξεκινώντας λοιπόν από τα 1838 και την εισήγηση Ζωγράφου υπέρ μιας σχολής ασιατικών γλωσσών, παρατηρούμε ότι χρειάστηκαν ακριβώς 150 χρόνια για να ξεχωρίσουμε κάπως τα turkic από τα turkish, από τη μία, κι από την άλλη, τα τουρκικά από τα οθωμανικά ! Το θαυμαστικό δεν οφείλεται μόνο σε αυτά τα πρώτα 150 χρόνια αλλά και στην προσπάθεια Θεοχαρίδη να ακριβολογήσει γράφοντας ένα άρθρο για την οθωμανολογία ή τις οθωμανικές σπουδές με τίτλο "η ανάπτυξη των τουρκολογικών σπουδών στην Ελλάδα"! Αφήνοντας λοιπόν κατα μέρος τις σπουδές ιστορίας με διάφορα αντικείμενα ή και περιόδους αλλά με πηγές ή έγγραφα σε οθωμανική γραφή, θα εστιάσουμε στις τουρκικές σπουδές που υπηρετεί σε προπτυχιακό επίπεδο το μοναδικό πανεπιστημιακό τμήμα με αυτό το όνομα στην Ελλάδα.

Το Τμήμα Τουρκικών Σπουδών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών, ξεκίνησε να λειτουργεί κατά το ακαδημαϊκό έτος 2003-04 υπαγόμενο στη Σχολή Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών του Ε.Κ. Π. Αθηνών. Παρά την αναζήτηση του σχετικού ΦΕΚ περί της ιδύσεώς του στο site του Τμήματος δεν κατέστη δυνατή η ανεύρεση του. Χάρη όμως σε μια απόφαση υφυπουργού παιδείας, γνωρίζουμε ότι το Τμήμα διοικείτο τουλάχιστον ως τα μέσα του 2010, δηλαδή έξι-επτά χρόνια από την έναρξη της λειτουργίας του, από Προσωρινή Γενική Συνέλευση. Τα μέλη της είχαν ως γνωστικό αντικείμενο τα παρακάτω: 

γλωσσολογία με έμφαση στις σχέσεις ελληνικής και τουρκικής γλώσσας, οικονομική γεωγραφία, αραβολογία (κλασσική λογοτεχνία και πολιτισμός), οθωμανική ιστορία, μορφολογία και σύνταξη ελληνικής και αγγλικής, λογοτεχνική μετάφραση από γαλλικά προς ελληνικά, οικονομική μετάφραση από γαλλικά προς ελληνικά, νεοελληνική γλώσσα (σύνταξη, σημασιολογία, υφολογία), γερμανική γλωσσολογία, εφαρμοσμένη γλωσσολογία, γλωσσολογία με έμφαση στην ανάλυση κειμένου.

Αφού λοιπόν τα πρώτα 150 χρόνια ήταν, όπως είδαμε, δύσκολα για τον οριενταλισμό και τις ασιατικές σπουδές στην Ελλάδα, πώς θα μπορούσε να περιμένει κανείς να είναι πιο εύκολα τα πρώτα δέκα χρόνια ενός Τμήματος Τουρκικών Σπουδών στην Αθήνα; Αποκαλυπτική ως ένα σημείο για τα επόμενα δέκα έτη και το κατ'εξοχήν γνωστικό αντικείμενο του εν Αθήναις τμήματος τουρκικών σπουδών είναι κι η προφορική μαρτυρία φοιτητή και μέλους της Φοιτητικής Επιτροπής του ΚΣ της ΚΝΕ.

«Το βασικό επιστημονικό αντικειμενικό που διδάσκεται στη σχολή μας μεθοδικά, αν και αναντίστοιχα με τις σύγχρονες επεξεργασίες, είναι η "γεωπολιτική θεωρία", που αποκρύπτει, προσπαθεί να δικαιολογήσει το ρόλο των μονοπωλίων και των ανταγωνιστών, την καπιταλιστική εκμετάλλευση, τις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις και πολέμους, επικαλούμενη μονόπλευρα τον γεωγραφικό παράγοντα και ακόμη την ίδια την ανάπτυξη της κοινωνίας. Αν και σε ορισμένο βαθμό βοηθά στην ανάγνωση και την πρόβλεψη των εξελίξεων με βάση συγκεκριμένα μοντέλα ανακατανομής της ισχύος, εντέλει στον φοιτητή μένει ότι η "γεωπολιτική ανάλυση" δεν προτείνει ποτέ μέτρα και σχέδιο δράσης."

Η μαρτυρία του φοιτητή είναι αποκαλυπτική τόσο της κυρίαρχης άγνοιας περί της καταγωγής του οριενταλισμού ως επιστήμης και των "παραφυάδων αυτού", όπως η τουρκολογία, η αραβολογία, κ.ο.κ., όσο και της παντελούς αδιαφορίας για τον διακηρυγμένο στόχο του τμήματος. Σύμφωνα με το site, το Τμήμα Τουρκικών Σπουδών, στοχεύει να φέρει στη χώρα, πέρα από ερασιτεχνισμούς και αντιεπιστημονικές εκλαϊκεύσεις ή συναισθηματικές προσεγγίσεις ευκόλως εννοούμενες και — ως ένα βαθμό — απόλυτα κατανοητές, την επιστημονική σπουδή της γλώσσας, της ιστορίας και του εν γένει πολιτισμού της γείτονος στη μακρά της πορεία, με την οποία ο Ελληνισμός, με την ευρύτατη έννοια του όρου, έχει "συναντηθεί" από πολύ παλαιά. Σύμφωνα όμως με τον εν λόγω φοιτητή, "στη συγκεκριμένη σχολή διδασκόμαστε τρία περίπου αντικείμενα: την τουρκική γλώσσα, τον πολιτισμό και την Ιστορία της Τουρκίας και της Μέσης Ανατολής και τη θεωρία της Γεωπολιτικής". Εν κατακλείδι, παρατηρούμε ότι  η βασική διδασκαλία εστιάζει στην γεωπολιτική, ενώ η βασική αντίδραση στην εν λόγω κατεύθυνση εστιάζει στις ανεπάρκειες της γεωπολιτικής κι όχι στην υποτίμηση των "Τουρκικών Σπουδών", δηλαδή της μελέτης της γλώσσας, της λογοτεχνίας, της λαογραφίας, της ανθρωπολογίας, της ιστορίας, της κοινωνιολογίας, των διεθνών σχέσεων ή της οικονομίας "της γείτονος" .

Όπως φαίνεται από τις θέσεις που εκφράζονται στον Ριζοσπάστη ή στο site του Εργαστηρίου Τουρκικών και Ευρασιατικών Μελετών του Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Π. Πειραιώς, η αφομοίωση κι εν τέλει η εξαφάνιση των "τουρκικών σπουδών" από τη μελέτη της γεωπολιτικής ή των πολιτικών ασφάλειας κι εξωτερικών σχέσεων, γίνεται με τη συναίνεση πολιτικών ή αλλων φορέων φαινομενικά αντιπάλων. 

για τα ερωτήματα που προκαλεί η εκρεμής στελέχωση του κλάδου των Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών στο Τ.Τ.Σ.Σ.Α.Σ., βλ. το άρθρο Κινεζικές Σπουδές στην Ελλάδα

 


Περισσότερα: https://sep4u.gr/s188/

Από τον ίδιο συντάκτη

Image