Δάνεια επίθετα από τα τουρκικά στην αϊβαλιώτικη διάλεκτο

Δάνεια επίθετα από τα τουρκικά στην αϊβαλιώτικη διάλεκτο
Source Date: 30/12/2013
Source Url: https://pasithee.library.upatras.gr/pwpl/article/view/2156/2209

της Ελεονώρας Δημελά: Τα τουρκικά επιθετικά δάνεια στις διαλέκτους της Μικράς Ασίας (Κυδωνιών, Καππαδοκίας, Πόντου) : μια πρώτη προσέγγιση

Αποσπάσματα από τη μελέτη ΤΑ ΤΟΥΡΚΙΚΑ ΕΠΙΘΕΤΙΚΑ ΔΑΝΕΙΑ ΣΤΙΣ ΔΙΑΛΕΚΤΟΥΣ ΤΗΣ ΜΙΚΡΑΣ ΑΣΙΑΣ: ΜΙΑ ΠΡΩΤΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ, στο Patras Working Papers in Linguistics, Vol. 3 (2013), 18 σελίδες

Ο λεξιλογικός δανεισμός αποτελεί μια από τις βασικότερες εκφάνσεις της γλωσσικής επαφής, καθώς απαντά σε κάθε επίπεδο της κλίμακας δανεισμού και αναδεικνύει τη σχέση ανάμεσα στη γλώσσα στόχο (target language, recipient language) και τη γλώσσα πηγή (source language, donor language). Συγκεκριμένα, η Thomason (2001: 70-71) επισημαίνει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:
Περιστασιακή επαφή (casual contact): δανεισμός λέξεων περιεχομένου, κυρίως ουσιαστικών και λιγότερο συχνά ρημάτων, επιθέτων και επιρρημάτων, μη βασικό λεξιλόγιο.
Ελαφρώς πιο στενή επαφή (slightly more intense contact): παράλληλος δανεισμός λέξεων περιεχομένου και λειτουργικών λέξεων, μη βασικό λεξιλόγιο.
Πιο στενή επαφή (more intense contact): διευρυμένος δανεισμός λειτουργικών λέξεων, παράλληλος δανεισμός βασικού και μη βασικού λεξιλογίου.
Έντονη επαφή (intense contact): ιδιαίτερα εκτεταμένος λεξιλογικός δανεισμός.

Από τα παραπάνω, συνάγεται πως η λεξική κατηγορία που είναι περισσότερο εύκολο να αποτελέσει αντικείμενο δανεισμού είναι τα ουσιαστικά. Ο τύπος και ο τρόπος προσαρμογής των δάνειων λέξεων (loanwords) ποικίλει ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της γλώσσας στόχου, τα χαρακτηριστικά της γλώσσας πηγής, αλλά και το είδος του δανεισμού (π.χ. ονοματικός, ρηματικός δανεισμός). Για παράδειγμα, στο ρηματικό δανεισμό απαντά ένα είδος έμμεσης προσαρμογής με τη χρήση βοηθητικών ρημάτων, όπως το έχω ή το είμαι. Σε γενικές γραμμές, βέβαια, κριτήρια όπως η σημασιολογική συνάφεια και η φωνολογική ομοιότητα έχουν ιδιαίτερο ρόλο στη διαδικασία προσαρμογής.

Λόγω της συνύπαρξης ελληνόφωνων και τουρκόφωνων ομιλητών στη Μικρά Ασία, η επίδραση της Τουρκικής στις μικρασιατικές διαλέκτους είναι ιδιαίτερα αισθητή. Όσον αφορά τις δάνειες λέξεις, και στα τρία υποσυστήματα Κυδωνιών, Καππαδοκίας, Πόντου απαντά τόσο ο ονοματικός, όσο και ο ρηματικός δανεισμός. Η έρευνα των φαινομένων ονοματικού δανεισμού στις διαλεκτικές ποικιλίες της Μικράς Ασίας είναι πρόσφατη και αφορά κατεξοχήν τη μελέτη των ουσιαστικών.

Για παράδειγμα, τη βόρεια Καππαδοκία, τα αρσενικά ουσιαστικά με χαρακτηριστικό [+ανθρώπινο], τα οποία λήγουν σε σύμφωνο εντάσσονται στην κλιτική τάξη των σε -ος ουσιαστικών (π.χ. πατίσαχος, ‘βασιλιάς’), ενώ όσα αρσενικά ουσιαστικά (με χαρακτηριστικό [+ανθρώπινο]) λήγουν σε φωνήεν εντάσσονται στην κλιτική τάξη των σε -η(ς) ουσιαστικών (π.χ. τσιφτσής, ‘αγρότης’). Αντιθέτως, τα άψυχα ουσιαστικά εντάσσονται στην κλιτική τάξη των ουδετέρων σε -ι (π.χ. βαρμάχ, ‘δάκτυλο’).

Τα δάνεια επίθετα συνιστούν φαινόμενο ονοματικού δανεισμού μικρότερης κλίμακας και συχνότητας. Η Thomason (2001: 187) παρατηρεί χαρακτηριστικά πως τα επίθετα συγκροτούν μια λιγότερο δανειζόμενη κατηγορία, καθώς αποτελούν μικρότερη τάξη σε πολλές γλώσσες, ενώ σε κάποιες η παρουσία τους είναι αμφισβητούμενη.

Οι εξεταζόμενες διαλεκτικές ποικιλίες τοποθετούνται γεωγραφικά στη Μικρά Ασία, όπου και ομιλούνταν συστηματικά μέχρι το 1922. Παρουσιάζουν σημαντικές ομοιότητες, αλλά και αποκλίσεις, καθώς -μεταξύ άλλων- η θέση τους (μικρασιατικά παράλια, ενδοχώρα κ.λπ.) αλλά και ο βαθμός επιρροής τους από την Τουρκική γλώσσα ποικίλουν. Η διάλεκτος Κυδωνιών (Αϊβαλί) και Μοσχονησίων ομιλείται στα βορειοδυτικά παράλια, η διάλεκτος του Πόντου στην ευρύτερη περιοχή του Εύξεινου Πόντου (από τα παράλια έως και την ενδοχώρα) και η διάλεκτος της Καππαδοκίας ομιλείται στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας. Οι τελευταίες δύο (Πόντος, Καππαδοκία). παρουσιάζουν μεγαλύτερες αποκλίσεις από την Κοινή Νέα Ελληνική, συγκριτικά με την πρώτη (Αϊβαλί, Μοσχονήσια). Ο Κοντοσόπουλος εξαιτίας του βαθμού απόκλισής τους από την Κοινή Νέα Ελληνική ονομάζει διαλέκτους τις ποικιλίες του Πόντου και της Καππαδοκίας, και ιδίωμα την ποικιλία Κυδωνιών – Μοσχονησίων. Στην παρούσα μελέτη, δεν επιτελείται διάκριση ανάμεσα
στους όρους διάλεκτος και ιδίωμα, καθώς, όπως επισημαίνουν οι Chambers και Trudgill (1980), τα όρια μεταξύ τους είναι δυσδιάκριτα.

Η μικρασιατική διάλεκτος Κυδωνιών και Μοσχονησίων τοποθετείται γεωγραφικά στον κόλπο του Αδραμυτίου που βρίσκεται λίγα μόλις χιλιόμετρα απέναντι από τη Λέσβο. Μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών, η πλειονότητα των προσφύγων εγκαταστάθηκε στη Λέσβο, και ιδιαίτερα στο ανατολικό τμήμα της. Η διάλεκτος ανήκει στα βόρεια ιδιώματα, σύμφωνα με την κατηγοριοποίηση του Χατζιδάκι (Hadzidakis, 1892), λόγω του φαινομένου του βόρειου φωνηεντισμού το οποίο εμφανίζει, δηλαδή της τροπής των άτονων /ο/ και /e/ σε /u/ και /i/ αντίστοιχα (στένωση), και της αποβολής των άτονων /u/ και /i/ (κώφωση). Επιρροές από την Τουρκική γλώσσα, λόγω της γειτνίασης απαντούν, αλλά αυτές αφορούν κατεξοχήν το λεξιλόγιο και σε πολύ μικρότερο βαθμό τη φωνολογία και τη μορφολογία. Αναλυτικότερα, τα βασικά χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης διαλεκτικής ποικιλίας:

α) Τροπή των άτονων /ο/ και /e/ σε /u/ και /i/ αντίστοιχα, και αποβολή των άτονων /u/ και /i/.
β) Επένθεση σε λεξικό ([ftévγu] ‘φυτεύω’) και μεταλεξικό (ι γ’ άντρας- ιμ) επίπεδο.
γ) Ονομαστική αρσενικού άρθρου σε ι.
δ) Φαινόμενα υποχώρησης της γενικής πτώσης.
ε) Παραγωγικά επιθήματα με συστηματική εμφάνιση: -ιλικ(ι), -τζής, -λής, -ίνα, -ένιους, -έλ’.
στ) Περιφραστικές δομές δήλωσης του χαρακτηριστικού [+συντελεσμένο] με έχω+μετοχή παρακειμένου (έχου αφμένου) ή είμαι+μετοχή παρακειμένου (είνι παγ’μέν’).
η) Επανάληψη (doubling) σε λεξικό (σασαπάνω ‘στο πιο ψηλό σημείο’) και μεταλεξικό επίπεδο (πάνου πάνου).

Στη Μικρασιατική διάλεκτο Κυδωνιών και Μοσχονησίων απαντούν αρκετοί επιθετικοί δάνειοι τύποι, οι περισσότεροι από τους οποίους προέρχονται απευθείας από τύπους με αντίστοιχη σημασιολογική λειτουργία στην τουρκική.
(1)
α. ζαμπούν(η)ς [zabúɲs] > zabun ‘ισχνός, αδύνατος’
β. ναμκιόρς -(ι)σσα -(ι)κου [namciόrs] > nankör ‘αχάριστος’
γ. νταμαχιάρ(η)ς -(ι)σσα -(ι)κου [damaçiárs] > tamahkâr ‘ζηλιάρης’

(2)
Ι τζιτζιρές ήτναν μπακιρένιους ‘Η κατσαρόλα ήταν χάλκινη’ Ράλλη (προσεχώς)
Δομές σαν αυτή του (2) είναι σπάνιες, και για έναν άλλο λόγο, καθώς αποτελούν δευτερογενείς σχηματισμούς, παράγωγες λέξεις από δάνεια ουσιαστικά:
(3)
α. μπακιρένιους -α-ου > μπακίρ ‘χάλκινο σκεύος’ > bacir
β. σαμνταντάν’(ης) -(ι)σσα (Μοσχ.) ‘κρεμανταλάς’ > σαμντάν(ι) (Αϊβ./Μοσχ.)
‘κηροπήγιο’ > samdan
Η προϋπόθεση της σημασιολογικής συνάφειας του τύπου ανάμεσα στη γλώσσα στόχο και τη γλώσσα πηγή πληρούται σχεδόν σε κάθε περίπτωση, καθώς η αντιστοιχία είναι
εμφανής, έστω και σε μεταφορικό επίπεδο, όπως καθίσταται φανερό στα ακόλουθα παραδείγματα:
(4)
α. τσουλπάς ‘βρωμιάρης’ > çolpa ‘αδέξιος, αριστερόχειρος’
β. μπουρσούκ(η)ς ‘κατσουφιασμένος’ > buruşuk ‘ρυτιδωμένος, τσαλακωμένος’
γ. ντουλαπτσής (ο) ‘τεμπέλης, χαραμοφάης’ > dolapçi ‘δόλιος’
Ως προς την κλιτική τους προσαρμογή, τα δάνεια επίθετα που προέρχονται από λέξεις που λήγουν σε σύμφωνο εντάσσονται στην κλιτική τάξη των σε -(η)ς ονομάτων για τα
αρσενικά, σε -(ι)σσα για τα θηλυκά και σε -(ι)κου για τα ουδέτερα. Βεβαίως στο corpus απαντούν ορισμένες περιπτώσεις επιθετικών σχηματισμών που αν και απαντούν κατά κανόνα στο αρσενικό γένος, είναι μορφολογικά δυνατοί/πιθανοί οι σχηματισμοί των υπολοίπων γενών: π.χ. μπαταχτσής-μπαταχτσού.
(5)
α. τζαναμπέτς -(ι)σσα-(ι)κου [dzanabéts] > canabet ‘δύστροπος’
β. ναμκιόρς -(ι)σσα -(ι)κου [namciόrs] > namkör ‘αχάριστος’
γ. νταμαχιάρ(η)ς -(ι)σσα-(ι)κου [damaçiárs] > tamahkâr ‘ζηλιάρης’
δ. κάλπ(η)ς -(ι)σσα11-(ι)κου [kalps] > kalp ‘ψεύτης’

Ο τύπος καλπίνα που επίσης απαντά στο ιδίωμα δεν μπορεί να θεωρηθεί εναλλακτικός τρόπος δήλωσης του θηλυκού γένους, καθώς αποτελεί ουσιαστικοποιημένη δομή με τη σημασία ‘ο άνθρωπος που ψεύδεται’, και ως εκ τούτου είναι δυνατό να αναφέρεται και σε οντότητες με άλλο φυσικό/γραμματικό γένος. Π.χ. Έφτους είνι καλπίνα, μην τν ακούς (‘Αυτός λέει ψέματα/είναι ψεύτης, μην τον ακούς’).

(6)
α. μπαταχτσής [bataχtsίs] > batakçi ‘απατεώνας’
β. κουβαρντάς [kuvardás] > hovarda ‘γενναιόδωρος’
γ. ζαμπαράς [zambarás] > zampara ‘μπερμπάντης, πρόστυχος’
Πράγματι οι τύποι στο παράδειγμα (6) σχηματίζονται κατ’ αναλογία προς τα ουσιαστικά σε –ας και –τζης, όπως και τα αντίστοιχα δάνεια ουσιαστικά. Τέλος, στο ιδίωμα απαντούν και μη κανονικοποιημένες δομές, καθώς και περιπτώσεις πολυτυπίας, όπως οι ακόλουθες:
(7)
α. γιαβάσ(ι)κους -(η)-ου [javáskus] > yavas ‘σιγανός, ελαφρύς’
β. γουρσούγ(η)ς-ζα-ζ(ι)κου/γουρσουσλαμάς [γrususlamás]/γουρσουσλαμάς
[γursuslamás] > uğursuz ‘γρουσούζης’
γ. ιφές [ifés] και ιφιτζής [ifidzίs] > efe ‘τολμηρός, καυγατζής’
δ. ζαμπούν(η)ς [zabúɲs] και ζαμπούν(ι)κους –(η)-ου [zabúɲkus] > zabun ‘ασθενικός, καχεκτικός’

Στο (7α) δε φαίνεται να υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος (π.χ φωνολογικός ή μορφολογικός) λόγος απόκλισης από τη νόρμα προσαρμογής. Αντίστοιχα, οι σχηματισμοί στα (7β-δ) αποτελούν εναλλακτικούς τύπους σε ελεύθερη παραλλαγή. Ανακεφαλαιωτικά, παρατηρούμε πως ο βαθμός κανονικοποίησης του συστήματος είναι ιδιαίτερα υψηλός, με περιορισμένη την παρουσία της πολυτυπίας. Οι περισσότεροι δάνειοι τύποι προσαρμόζονται σε συγκεκριμένα κλιτικά υποσυστήματα, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τη φωνολογική ομοιότητα με τον τύπο της γλώσσας πηγής, όσο και την αντιστοιχία με άλλους δάνειους ή μη ονοματικούς τύπους της ίδιας διαλέκτου.

Από τον ίδιο συντάκτη