Η Τουρκία σήμερα μέσα από τουρκικά και διεθνή ΜΜΕ

Το τέλος της ψευδαίσθησης: η οικονομική ύφεση που έρχεται για Τουρκία κι Ερντογαν

Το τέλος της ψευδαίσθησης: η οικονομική ύφεση που έρχεται για Τουρκία κι Ερντογαν
Source Date: 20/06/2018
Source Url: https://isdp.eu/publication/illusions-end-erdogan-turkeys-coming-economic-chill//

του Gareth H. Jenkins : Η ταχεία υποτίμηση της αξίας της τουρκικής λίρας από τις αρχές του 2018 δεν είναι προϊόν μόνο της κατάρρευσης του ό,τι είχε απομείνει από τη εμπιστοσύνη των επενδυτών στο καθεστώς Ερντογάν αλλά και σύμπτωμα της αποτυχίας του κυβερνώντος ΑΚΡ να αντιμετωπίσει τις μακροχρόνιες διαρθρωτικές αδυναμίες της τουρκικής οικονομίας.

Ένα σύντομο ιστορικό

Όταν το AKP ανέλαβε τα ηνία για πρώτη φορά τον Νοέμβριο του 2002, η τουρκική οικονομία ήδη ανέκαμπτε από την κατάρρευση του νομίσματος τον Φεβρουάριο του 2001 κι από την επακόλουθη απότομη ύφεση. Το Πρόγραμμα Οικονομικής Σταθεροποίησης που είχε συντάξει η απερχόμενη κυβέρνηση μαζί με το ΔΝΤ και το οποίο υποστηρίχθηκε με δάνεια ύψους 32 δισεκατομμυρίων δολαρίων από το ΔΝΤ και την Παγκόσμια Τράπεζα, είχε σταθεροποιήσει την τουρκική λίρα, είχε μειώσει τον πληθωρισμό και είχε οδηγήσει σε μια αναδιάταξη του τραπεζικού τομέα της χώρας, που ως τότε στερούνταν σχεδόν πλήρως ρυθμιστικού πλαισίου. Το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν είχε επιστρέψει στην ανάπτυξη το πρώτο τρίμηνο του 2002. Κι εξακολουθούσε να αυξάνεται την περίοδο που έγιναν οι βουλευτικές εκλογές του Νοεμβρίου 2002. Αλλά η ανάκαμψη ήρθε πολύ αργά - και από την οπτική γωνία του εκλογικού σώματος, ήταν ακόμα ανεπαρκώς χειροπιαστή - για να σώσει τον τελευταίο συνασπισμό, από μια σειρά διεφθαρμένων και ανίκανων κυβερνήσεων συνασπισμού, των οποίων οι πολιτικές έιχαν οδηγήσει στην κρίση. Και πράγματι, κανένα από τα κόμματα που είχαν μπει στο προηγούμενο κοινοβούλιο, δεν μπόρεσε να κερδίσει ούτε έδρα στη νέα εθνοσυνέλευση. Το AKP, που είχε ιδρυθεί 15 μήνες μόλις νωρίτερα, πέρασε στην εξουσία με τεράστια κοινοβουλευτική πλειοψηφία, κατορθώντας να γίνει η πρώτη μονοκομματική κυβέρνηση στην Τουρκία σε ένα διάστημα που διαρκούσε πάνω από δεκαετία.

Η διάθεση του Ερντογάν για αντιπαράθεση ή σύγκρουση είναι σχετικά ένα πρόσφατο φαινόμενο. Κατά τη διάρκεια των πρώτων χρόνων του ΑΚΡ στην εξουσία, όταν ακόμα  φοβόταν μήπως απομακρυνθεί βίαια από αποφασιστικούς κεμαλικούς στρατιωτικούς, ο Ερντογάν ήταν μάλλον προσεκτικός και επιφυλακτικός, παρά θαρραλέος, υποχωρώντας βιαστικά όποτε φοβόταν ότι οι στρατηγοί θα μπορούσαν να κινηθούν εναντίον του. Αναζήτησε ακόμα προστασία από το εξωτερικό προσεγγίζοντας τις ΗΠΑ οι οποίες αναζητούσαν εναγωνίως «μετριοπαθείς» μουσουλμάνους συμμάχους για να αντικρούσουν τις κατηγορίες ότι ο «πόλεμος κατά της τρομοκρατίας» τους ήταν αντι-Ισλαμικός. Προσέγγισε και την ΕΕ, όπου πολλοί μπέρδεψαν αφελώς την γνωστή αντίθεση Erdoğan και στρατιωτικών με την [υποτιθέμενη] δέσμευση του υπέρ των δημοκρατικών αξιών. Εντός Τουρκίας, συγκρότησε μια στενή συμμαχία με το ισχυρό, τότε, Κίνημα Gülen και προσέγγισε την επιδεικτικά αριστερό-στροφη ελίτ των διανοουμένων, παίζοντας με τη ματαιοδοξία τους και εξαπατώντας τους με δεσμεύσεις και παροχή πρόσβασης στον δημόσιο χώρο - με αποτέλεσμα τόσο αυτοί όσο και οι Γκιουλενιστές να χρησιμοποιούν τις δεξιότητες τους στις ξένες γλώσσες για να κάνουν lobby για λογαριασμό του. Το πιο σημαντικό απ'όλα ήταν ότι ο Ερντογάν κατανοούσε ότι το κλειδί για την παραμονή του στην εξουσία για χρόνο ικανό ώστε να εξασφαλίσει στο AKP να ριζώσει στον κρατικό μηχανισμό, βρισκόταν στο ίδιο θέμα που είχε φέρει το κόμμα στην εξουσία, δηλαδή στην οικονομία.

Παρόλο που το ΑΚΡ δεν ξεκίνησε την ανάρρωση από την οικονομική κρίση του 2001, την έθρεψε, την τροφοδότησε. Ο Ερντογάν ανέθεσε ένα μεγάλο μέρος της οικονομικής διαχείρισης σε μερικά από τα πιο ικανά μέλη του υπουργικού συμβουλίου του, κυρίως στον υπουργό Οικονομίας Αλί Μπαμπατζάν, και συνέχισε να εφαρμόζει το Πρόγραμμα Οικονομικής Σταθεροποίησης του ΔΝΤ, προσεγγίζοντας ταυτόχρονα με ζέση ξένους επενδυτές. Όταν αυτό συνδυάστηκε με τη θετική εικόνα που απολάμβανε πλέον ο Erdoğan στις δυτικές πρωτεύουσες, το αποτέλεσμα ήταν μια άνευ προηγουμένου εισροή ξένων κεφαλαίων στην Τουρκία - συμπεριλαμβανομένων άμεσων ξένων επενδύσεων και  επενδύσεων χαρτοφυλακίου.

Κατά δεκαετία του 1990, οι διαδοχικές τουρκικές κυβερνήσεις επιχείρησαν να χρηματοδοτήσουν ένα αυξανόμενο έλλειμμα στον προϋπολογισμό προσφέροντας τεράστιες πραγματικές αποδόσεις σε γραμμάτια και ομόλογα δημοσίου, τα οποία αποτέλεσαν την κύρια πηγή εσόδων για τις τουρκικές τράπεζες - και, μέσω συμφωνιών επαναγοράς (repo), πηγή εσόδων για πολλά άτομα και εταιρείες. Τα μέτρα λιτότητας που θεσπίστηκαν μετά την κρίση του 2001 τερμάτισαν οριστικά αυτήν την πρακτική και ανάγκασαν τις τράπεζες να εστιάσουν στη δημιουργία εσόδων από άλλες πηγές, όπως η επέκταση των δανειακών τους χαρτοφυλακίων. Παρόλες τις περιστασιακές πολιτικές εντάσεις μεταξύ AKP και κρατικού κατεστημένου, η οικονομική ανάκαμψη άρχισε σταδιακά να γίνεται αισθητή στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Οι τόκοι και ο πληθωρισμός μειώθηκαν. Η τουρκική λίρα σταθεροποιήθηκε. Το πιο κρίσιμο, η αυξημένη διαθεσιμότητα πιστώσεων - είτε σε μορφή τραπεζικών δανείων είτε ως πιστωτικές κάρτες - έσμιξε με την αυξανόμενη αισιοδοξία για προσωπικές οικονομικές προοπτικές και για τις οικονομικές προοπτικές της χώρας, με αποτέλεσμα να τροφοδοτήσουν μια τεράστια αύξηση στο δανεισμό.

Την άνοιξη του 2007, υπό την πίεση των πιο αποφασιστικών εταίρων του, του Abdullah Gül και του Bülent Arınç, ένας διστακτικός ακόμη Ερντογάν συμφώνησε απρόθυμα να αψηφήσει την πίεση των στρατιωτικών να εγκαταλείψει τα σχέδιά του να ορίσει τον Γκιουλ στην προεδρία, και κήρυξε πρόωρες βουλευτικές εκλογές. Το ΑΚΡ κέρδισε τις εκλογές με μια μεταστροφή και κατέδειξε ό,τι γνώριζαν ήδη ιδιωτικώς οι στρατηγοί, ότι δηλαδή η εποχή της στρατιωτικής κηδεμονίας είχε παρέλθει οριστικά. Εν τέλει, αυτό που έκρινε τις εκλογές δεν ήταν το θέμα των σχέσεων στρατιωτικών και πολιτικών - αν και αυτό έπαιξε ένα ρόλο - ή οι επιτυχίες της εξωτερικής πολιτικής, όπως η έναρξη  ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την ΕΕ, αλλά το μητρώο της οικονομικής πολιτικής του ΑΚΡ. Από τότε που ανέλαβε τα ηνία, η κυβέρνηση δεν έκανε μόνο πολλούς ψηφοφόρους να αισθάνονται πλουσιότεροι, αλλά τους έδωσε την ελπίδα ότι θα έρθουν ακόμα καλύτερες μέρες. Οι εκλογικές εκστρατείες των κομμάτων της αντιπολίτευσης χαρακτηρίζονταν, αντίθετα, από στριγγλιές κινδυνολογίας και δεν αρκούσαν για να πείσουν ακόμη και πολλούς από τους υποστηρικτές τους ότι ήταν καλύτεροι από το AKP στη διαχείριση της οικονομίας της χώρας.

Επιπτώσεις

Καθώς το ΑΚΡ εδραίωσε τον έλεγχο του στην εξουσία, συμπεριλαμβανομένης της κατάκτησης της τρίτης θητείας τον Ιούνιο του 2011, ο Ερντογάν ανέβηκε σε αυτοπεποίθηση κι έγινε ιδεολογικά πιο ενεργητικός και καταπιεστικός. Έγινε και πιο αυταρχικός, ρίχνοντας σταδιακά τους συμμάχους που είχε φτιάξει κατά τα πρώτα  χρόνια στην κυβέρνηση και τυλιγόταν όλο και περισσότερο από τη λατρεία της προσωπικότητας που έχει διογκωθεί γύρω του. Όμως, με εξαίρεση την απότομη κάμψη λόγω της οικονομικής κρίσης του 2007-2008, η οικονομία συνέχισε να αναπτύσσεται. Παρόλο που η παγκόσμια φήμη του Erdoğan εξασθένησε για πρώτη φορά και στη συνέχεια κατέρρευσε κατά τη διάρκεια των διαμαρτυριών του πάρκου Gezi το 2013, η διακυβέρνησή του εξακολουθούσε να θεωρείται ευρέως, εντός κι εκτός της χώρας, φιλική προς τις επιχειρήσεις. Τα προειδοποιητικά σημάδια ήταν όμως εκεί. Στην πραγματικότητα, ήταν εκεί σε ό,τι αφορά την οικονομία ακριβώς όπως ήταν και στο θέμα της διολίσθησης Ερντογάν προς τον αυταρχισμό.

Η σημερινή οξεία ευαισθησία της τουρκικής οικονομίας στις μεταβολές του παγκόσμιου επενδυτικού κλίματος είναι άμεση συνέπεια της απλουστευτικής εμμονής του Ερντογάν με τους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και της αποτυχίας του να αντιμετωπίσει τις διαρθρωτικές αδυναμίες της οικονομίας - πράγμα που επιδεινώθηκε από την αυξανόμενη κυριαρχία του Erdoğan στη χάραξη οικονομικής πολιτικής. Η Τουρκία έχει χρονίως  χαμηλά ποσοστά αποταμίευσης. Μεγάλο μέρος της οικονομικής ανάπτυξης των τελευταίων ετών οφείλεται στην αύξηση της κατανάλωσης, καθώς ο Ερντογάν ενθάρρυνε τους Τούρκους να δαπανούν παρά να αποταμιεύουν. Οι αποταμιεύσεις συνέχισαν να μειώνονται, ενώ ο δανεισμός αυξήθηκε. Η αποπληρωμή χρεών αντιπροσωπεύει σήμερα περισσότερο από το ήμισυ του διαθέσιμου εισοδήματος του νοικοκυριού και μια δεκαπλάσια αύξηση σε σχέση με το ποσοστό του 202 όταν το ΑΚΡ ανέλαβε τα ηνία.

Σε αντίθεση με χώρες με υψηλά ποσοστά χρέωσης [νοικοκυριών ή εταιρειών], το χρέος του τουρκικού νοικοκυριού είναι κυρίως πολύ βραχυπρόθεσμο, όπως σε πιστωτικές κάρτες ή βραχυπρόθεσμα τραπεζικά δάνεια για την κάλυψη καθημερινών αναγκών. Το χαμηλό ποσοστό αποταμίευσης σήμαινε όμως ότι μεγάλο μέρος αυτού του δανεισμού χρηματοδοτούνταν εν τέλει όχι από εγχώριες τραπεζικές καταθέσεις αλλά από τραπεζικό δανεισμό στο εξωτερικό. Οι τουρκικές εταιρείες επίσης αύξησαν το δανεισμό τους. Αν και το ΑΚΡ μείωσε το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ σε κάτι λιγότερο από το ήμισυ του ποσοστού όταν ανέλαβε για πρώτη φορά, τα χρέη των ιδιωτικών εταιρειών ως ποσοστό του ΑΕΠ έχουν σχεδόν τετραπλασιαστεί την ίδια περίοδο. Τα τελευταία χρόνια, σημειώθηκε επίσης αύξηση στον απευθείας δανεισμό τουρκικών εταιρειών από το εξωτερικό σε ξένο νόμισμα, συμπεριλαμβανομένων πολλών των οποίων τα μόνα έσοδα είναι σε τουρκική λίρα - μένοντας έτσι ιδιαίτερα ευάλωτες σε οποιαδήποτε καμπή της συναλλαγματικής ισοτιμίας.

Ούτε κατόρθωσε το ΑΚΡ, παρά την ισχυρή αύξηση των εξαγωγών από το 2002, να κλείσει το μεγάλο έλλειμμα της Τουρκίας στο εξωτερικό εμπόριο. Αντιθέτως, οι πολιτικές του το άνοιξαν περισσότερο. Δεν είναι μόνο η ανάπτυξη που στηρίζεται στην κατανάλωση, η οποία αύξησε τη ζήτηση εισαγόμενων καταναλωτικών προϊόντων. Η τουρκική βιομηχανία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από εισαγόμενες πρώτες ύλες και ημικατεργασμένα προϊόντα - ενώ η Τουρκία εισάγει σχεδόν όλο το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο που καταναλώνει. Κατα συνέπεια, τα πιθανά οφέλη για τους Τούρκους εξαγωγείς από την πρόσφατη υποτίμηση της τουρκικής λίρας θα αντισταθμιστούν σε μεγάλο βαθμό από την αύξηση του κόστους παραγωγής.

Αυτή η εξάρτηση από ξένα προϊόντα και χρηματοδότηση έχει παράξει ένα επίμονα υψηλό - και ενδεχομένως μη βιώσιμο - έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών. Kαι παρόλα αυτά, δεδομένης της σημερινής της δομής, η τουρκική οικονομία δεν μπορεί να αναπτυχθεί στο επίπεδο που επιθυμεί ο Erdoğan χωρίς να έχει υψηλό έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών.

Συμπεράσματα

Τα τελευταία χρόνια, καθώς η παγκόσμια φήμη του Ερντογάν έχει πέσει κατακόρυφα, η ροή φρέσκων άμεσων ξένων επενδύσεων στην Τουρκία μειώθηκε ραγδαία, όχι μόνο εξαιτίας ανησυχιών για τις εσωτερικές πολιτικές αναταράξεις και τη σταθερή διάβρωση οποιασδήποτε εικόνας κράτους δικαίου. Αρχικά, και μέσα στο τότε κλίμα της μεγάλης προθυμίας για επενδύσεις σε αναδυόμενες αγορές, οι διαχειριστές ξένων κεφαλαίων εείχαν εμφανιστεί σχετικά διαυγείς και συγκρατημένοι. Παραδόξως, αν και οι διεθνείς επενδυτές είναι συχνά αδιάφοροι για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις χώρες στις οποίες επενδύουν, αδιαφορούσαν και για την αυξανόμενη περιστολή της ελευθερίας της έκφρασης από τον Ερντογάν. Βασίζονταν όμως στην ανεμπόδιστη ροή πληροφοριών ακριβείας για τη λήψη αποφάσεων σχετικών με επενδύσεις και, ιδιαίτερα από τα μέσα του 2016 κι έπειτα, τραπεζικοί αναλυτές και αναλυτές οίκων μεσιτών στην Τουρκία άρχισαν να παραποιούν τις οικονομικές τους εκθέσεις και τις προβλέψεις τους από φόβο μην υποστούν την οργή του Ερντογάν. Κατά τη διάρκεια μιας επίσκεψης-καταστροφή στο Λονδίνο, τον Μάιο του 2018, ο Ερντογάν κατάφερε ίσα ίσα να πείσει τη χρηματοοικονομική κοινότητα όχι μόνο ότι ήταν ελάχιστα εφοδιασμένος για να διαχειριστεί την τουρκική οικονομία, αλλά κι ότι δεν καταλάβαινε πώς λειτουργεί μια σύγχρονη οικονομία.

Εντός Τουρκίας και σε αντίθεση με τα πρώτα χρόνια του ΑΚΡ στη διακυβέρνηση, ο Ερντογάν έχει πλέον εξαρτήσει την πολιτική του επιβίωσή από τον φόβο παρά από την ελπίδα, εμφυσώντας μια νοοτροπία κατάστασης πολιορκίας στους οπαδούς του και διαδίδοντας παράλογες - αν και ευρέως πιστευτές - ξενοφοβικές θεωρίες συνωμοσίας. Όταν αυτό συνδυάζεται με την αβεβαιότητα και την αίσθηση της κρίσης που είναι συνυφασμένες με τη συνέχιση της διετούς ήδη κατάστασης έκτακτης ανάγκης, το αποτέλεσμα είναι να δημιουργηθεί ένα περιβάλλον μακράν από το φιλικό για επενδύσεις. Πράγματι, παρόλο που οι εταιρείες εξακολουθούν να δανείζονται από τις τράπεζες, είναι όλο και περισσότερο επιτακτικό να αναδιαρθρώνουν υφιστάμενα χρέη τους ή να καλύπτουν τα λειτουργικά τους έξοδα παρά να επεκτείνονται ή να δημιουργούν κάτι νέο.

Παρά τους ισχυρισμούς του περί του αντιθέτου, η απόφαση Ερντογάν να διεξαγάγει αιφνιδιαστικά προεδρικές και βουλευτικές εκλογές στις 24 Ιουνίου [2018] ήταν μια σιωπηρή αναγνώριση ότι η οικονομική κατάσταση μάλλον θα επιδεινωθεί αισθητά τους επόμενους 18 μήνες και ότι δεν ήταν βέβαιος για τη νίκη, εαν οι εκλογές διεξάγονταν στον προβλέπομενο χρόνο, τον Νοέμβριο του 2019. Ούτε βέβαια, εάν κερδίσουν Ερντογάν και ΑΚΡ, υπάρχει προοπτική εισαγωγής μακρόπνοων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Αντ'αυτού, ο Ερντογάν ενδέχεται να προσπαθήσει να μεταθέσει την επικείμενη οικονομική ύφεση στο δρόμο προς τις αυτοδιοικητικές εκλογές που προγραμματίζονται για τον Μάρτιο του 2019 και - όπως έπραξε πριν από τις εκλογές της 24ης Ιουνίου - ενδέχεται να εισάξει μια σειρά βραχυπρόθεσμων λαϊκιστικών μέτρων που θα κάνει την ενδεχόμενη οικονομική προσγείωση ακόμη πιο δύσκολη από ό,τι ήδη είναι. Ούτε ο Ερντογάν μπορεί να αναμένει σημαντική βοήθεια από ξένους επενδυτές των οποίων η εμπιστοσύνη, αφού χάθηκε μια φορά, είναι πολύ δύσκολο να ξανακερδηθεί.

Μια ήττα, όμως, του Ερντογάν και του AKP στις 24 Ιουνίου δεν θα πυροδοτούσε αναγκαστικά μια σημαντική εισροή ξένων κεφαλαίων στην Τουρκία, καθώς πολλοί επενδυτές θα περίμεναν να δουν, προτού δεσμευτούν, πώς θα ενεργούσε η νέα κυβέρνηση. Συνεπώς, θα υπάρχει ένας κίνδυνος, από την άποψη της αντιπολίτευσης, - όπως το ΑΚΡ έδρεψε δάφνες κληρονομώντας την οικονομική ανάκαμψη - να θεωρηθεί από τους Τούρκους ψηφοφόρους υπεύθυνη για την οικονομική ύφεση που τους κληροδότησε το καθεστώς Ερντογάν.

Από τον ίδιο συντάκτη

Image