Η ζωή στην τουρκική επαρχία

μέσω του φιλμ Yozgat Blues

Η ζωή στην τουρκική επαρχία
μέσω του φιλμ Yozgat Blues
Source Date: 06/06/2014
Source Url: https://www.hayalperdesi.net/sinefil/82-yozgat-blues--tasra-sikintisi.aspx

του Fehmi Erdem Aybulut: η ταινία Yogzat Blues του Mahmut Fazıl Coşkun, το δοκίμιο της Nurdan Gürbilek για την αβάσταχτη πλήξη της επαρχίας...

Η ταινία Yogzat Blues που γύρισε ο Mahmut Fazıl Coşkun τέσσερα χρόνια μετά από την πρώτη του ταινία Μικρή Πιθανότητα, βγήκε στις αίθουσες το 2013. Όπως και στην πρώτη ταινία το σενάριο είναι του Tarık Tufan: τα Yogzat Blues έχουν ως θέμα το ταξίδι του Yavuz (Ercan Kesal), ενός μεσήλικα μουσικού, με τη μαθήτριά του από το μάθημα μουσικής Neşe (Ayça Damgacı), στην Γιοζγάτη, μια πόλη της κεντρικής Ανατολίας.

Πριν από κάμποσα χρόνια η Nurdan Gürbilek δημοσίευσε στο περιοδικό Defter ένα δοκίμιο με τίτλο η πνιγηρή στενοχώρια της επαρχίας. Αντιγράφω λέξη προς λέξη: « Ας προσπαθήσουμε τώρα να την ορίσουμε. Η λέξη επαρχία δεν έχει ένα νόημα που σχετίζεται μόνο με τον τόπο, δεν αφορά μόνο στο χωριό ή στην κωμόπολη. Πέρα από αυτά τα μέρη που περιλαμβάνει σαφέστατα, η επαρχία εκφράζει μια εμπειρία που μπορεί να βιωθεί και στην πόλη, την εμπειρία της περιθωριοποίησης, ενός στενέματος, του κατ’οίκον περιορισμού. Πρόκειται για μια στενοχώρια που μπορούν να νοιώσουν μόνο όσοι βρέθηκαν για ένα διάστημα στην επαρχία, όσοι ένοιωσαν τους στενούς ορίζοντες της επαρχίας στο χ ή ψ στάδιο της ζωής τους, όσοι πέρασαν τη ζωή τους επαρχιακά, όσοι νοιώθουν ότι κάτι μίκρυνε μέσα τους κι ότι ένα κομμάτι του είναι τους θα μείνει ανολοκλήρωτο και θα αποτελείται για πάντα από την επαρχία».

Η ταινία Yogzat Blues αφηγείται τη μινιμαλιστική ιστορία δύο χαρακτήρων ως ένα απόσπασμα από τη ζωή τους μέσω μιας πόλης της Ανατολίας. Μια πόλη που δε λέει και πολλά σε όποιον δεν είναι ντόπιος ή σε όποιον δεν έχει περάσει από εκεί. Ίσως πολλοί από εμάς δεν ξέρουμε τίποτα άλλο για το μέρος αυτό πέρα από το όνομα του. Η Γιοζγάτη είναι μια πόλη στην κεντρική Ανατολία, που μπορεί να χαρακτηριστεί ως αδιάφορη, χωρίς κάποιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό ή κάποιο χρώμα όπως οι πόλεις στο Αιγαίο, στο Νότο ή στη Μαύρη Θάλασσα. Κι ο σκηνοθέτης όσο και να λέει ότι «θα μπορούσαμε να επιλέξουμε οποιαδήποτε πόλη», δεν μπορεί να μην προσθέσει ότι «η ύπαρξη της Γιοζγάτης έχει μια ξεχωριστή σημασία».

Η ταινία επεξεργάζεται σε όλη της τη διάρκεια την κοινοτυπία και τη μετριότητα της Γιοζγάτης και, συνεπώς, της επαρχίας που εννοεί η Gürbilek. Κι ο θεατής καταλαμβάνεται υπό την επήρεια αυτή από το αίσθημα του ντόπιου ξένου. Ο Tufan που κριτικάρει σε κάθε ευκαιρία το μοντερνισμό, καταγράφει κατά κάποιο τρόπο τη νεωτερική ντροπαλότητα του ανθρώπου που έχει ζυμωθεί με την κουλτούρα της Ανατολίας χωρίς να έχει εσωτερικεύσει τους κώδικες του μοντερνισμού με τον οποίον ταυτίζεται μέσω του μουσικού [που έρχεται στην πόλη για να δουλέψει με τη μαθήτριά του σε κέντρο διασκέδασης]. Εδώ εκδηλώνεται το να μένει κανείς ξένος. Ακούμε άπειρες φορές κατά τη διάρκεια της ταινίας το τραγούδι του Joe Dassin, L’été indien, κι αντί να ενοχληθούμε, συνηθίζουμε. Δείγμα της εξοικείωσης στην κοινοτυπία και στη μετριότητα την οποία μας κάνει η ταινία να αισθανόμαστε, είναι και η ναϊφ κωμικότητα που αποπνέει. Χωρίς να κάνει τον θεατή να σκάσει στα γέλια τον κάνει να θέλει να γελάσει. Όπως καθετί στην ταινία, η κωμικότητα υπάρχει στην πρέπουσα δόση.  

Η ταινία παρουσιάζει με την αφήγησή της μια εικόνα εσωτερικά συνεπή από την αρχή ως το τέλος. Η συνέπεια αυτή, η αναπαράσταση της αφέλειας και της αγαθότητας που διαρκεί στον ίδιο τόνο χωρίς εξάρσεις σε όλη την ταινία, ισχύει για τη φιλμογραφία του σκηνοθέτη. Μπορεί να παραλληλιστεί ακόμα και με τη ζεστή ατμόσφαιρα των ταινιών και των ιστοριών που είναι προϊόντα δημιουργικότητας ενώ φαίνονται  απλοϊκές, χωρίς φιλοδοξίες, όπως οι βασικοί χαρακτήρες της πρώτης ταινίας, της Μικρής Πιθανότητας, που είναι σχετικά κλειστοί στον εαυτό τους.

Από τον ίδιο συντάκτη